Kαρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο CEA

Όταν στο σώμα μας αναπτύσσεται ένας καρκίνος, τότε μπορεί τα κύτταρα που τον συνιστούν, τα ίδια ή ιστοί του σώματος, σε απάντηση προς την παρουσία του, να παράγουν ουσίες που είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στο αίμα ή στα ούρα ή στους ιστούς.

Οι ουσίες αυτές, διαλυτές στο αίμα, είναι συνήθως γλυκοπρωτεΐνες, οι οποίες ανιχνεύονται συνήθως με μονοκλωνικά αντισώματα και αναγνωρίζονται ως καρκινικοί δείκτες.

Μερικές φορές τέτοιες ουσίες είναι παρούσες κατά τη διάρκεια φυσιολογικής ανάπτυξης ιστών και γι’ αυτό στη βιβλιογραφία αναφέρονται και ως ογκο-εμβρυοπρωτεΐνες. Κάθε «δείκτης» έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά χρησιμότητας, όπως ανίχνευσης, προσδιορισμού διάγνωσης και πρόγνωσης, στάθμισης της ανταπόκρισης στη θεραπεία και παρακολούθησης της επανεμφάνισης της νόσου.

Το καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA) είναι μια ομάδα γλυκοπρωτεϊνών (Μ.Β. 180.000) που συμμετέχουν στη σύνδεση των κυττάρων μεταξύ τους. Το CEA είναι ένα διακυτταρικό μόριο προσκόλλησης που παράγεται στο γαστρεντερικό σύστημα κατά την ανάπτυξη του εμβρύου, αλλά η παραγωγή του σταματάει πριν τη γέννηση και ανευρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα στο αίμα των υγιών ανθρώπων.

Η οικογένεια CEA περιλαμβάνει 29 γονίδια που εντοπίζονται στο χρωμόσωμα 19.

Οι φυσιολογικές τιμές του CEA διαφέρουν από εργαστήριο σε εργαστήριο και διαφέρουν στους καπνιστές από τους μη καπνιστές.

Το καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA) αυξάνει στον καρκίνο παχέος εντέρου, στον καρκίνου του στομάχου, του παγκρέατος, του πνεύμονα, στην χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, στο μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς, στον υποθυρεοειδισμό, στην ελκώδη κολίτιδα, στην ινοκυστική νόσο μαστού, στον καρκίνο του μαστού, στην παγκρεατίτιδα και στην κίρρωση του ήπατος.

Το CEA δεν είναι ούτε ιστοειδικός, ούτε ογκοειδικός δείκτης αλλά παραμένει ένας από τους γνωστότερους δείκτες για μεγάλη ποικιλία όγκων, αναγνωριζόμενος ως γενικός δείκτης καρκίνου.

Το αυξημένο CEA σε ασθενής με διαγνωσμένο καρκίνο συνήθως συμβαδίζει με προχωρημένο στάδιο της νόσου. Οι όγκοι με χαμηλή διαφοροποίηση (επιθετικοί καρκίνοι) έχει δειχθεί ότι παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες CEA σε σχέση με τους καλής διαφοροποίησης όγκους.

Πηγές

http://www.agsavvas-hosp.gr

Grossfeld GD, Caroll PR Epidemiol Rev 2001

Gold P and Goldenburg N.MJM 1997

Duffy MJ Clin Chem 2001

Chan DW, Booth RA, Diamandis EP, et al: In Tietz Textbook of Clinical

Chemistry and Molecular Diagnostics. Fourth edition. Edited by CA Burtis, ER Ashwood, DE Bruns. St. Louis, Elsevier, Inc., 2006 pp 768-769

Franklin WA, Aisner DL, Post MD, Bunn PA, Garcia MV. Pathology, biomarkers, and molecular diagnoistics. In: Niederhuber JE, Armitage JO, Doroshow JH, Kastan MB, Tepper JE, eds. Abeloff’s Clinical Oncology 5th ed. Philadelphia, PA: Elsevier Churchill Livingstone; 2014:chap 17

Oluwaseun Adigun, MBBS,MSc (Human Anatomy) General Med.Practice/Research; Steve Bhimji, BSci Pharm, MS, MD, PhD Clinical Instructor (Retired), Alpha Fetoprotein (AFP), May 15, 2017

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email

ΓΑΛΑΤΣΙ: Λεωφόρος Βεϊκου 19

ΚΥΨΕΛΗ: Πλατεία Κανάρη 15

Ακολουθήστε μας

Τα Διαγνωστικά Εργαστήρια Γαλατσίου & Κυψέλης λειτουργούν διαχρονικά με αγάπη για την υγεία και τον άνθρωπο και με σύμμαχο την επιστημονική ιατρική κατάρτιση και τη σύγχρονη τεχνολογία διαθέτουν την εμπειρία που στοχεύει στην ακρίβεια της διάγνωσης και την αξιοπιστία του αποτελέσματος.

Συνεχίζοντας την περιήγηση στο meganalysis.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.