Η πρώτη υπερηχογραφική απεικόνιση του μαστού προέκυψε το 1953, ενώ μόλις τη δεκαετία του 1980, έγινε δυνατός ο χαρακτηρισμός των διαφόρων μαζών που εμφανίζει.
Από τότε διάφορες νέες τεχνικές έχουν αναπτυχτεί στην υπερηχογραφία με σκοπό την βελτίωση της υπερηχογραφικής εικόνας, ώστε αυτή να πλησιάσει όσο το δυνατόν περισσότερο την πραγματική ανατομία των δομών του μαστού.
Ο υπέρηχος µαστών χρησιµοποιείται για να αξιολογήσει τις ανωµαλίες του µαστού που βρίσκονται µε προασυµπτωτική ή διαγνωστική µαστογραφία ή κατά τη διάρκεια εξέτασης από τον κλινικό γιατρό.
Eίναι μια εξέταση απλή, χωρίς ακτινοβολία που μπορεί να επαναληφθεί όσο συχνά χρειάζεται.
Ο υπέρηχος επιτρέπει σηµαντική ελευθερία στη λήψη των απεικονίσεων του µαστού σχεδόν από οποιοδήποτε προσανατολισµό.
Η αξία του είναι µεγάλη στον διαχωρισµό µεταξύ συµπαγών και κυστικών µαζών, στον εντοπισµό µικρών σε µέγεθος βλαβών , στον καθορισμό µιας κύστης ή και της πυκνότητας του στερεού ιστού που µπορεί να απαιτήσει βιοψία για να καθοριστεί εάν είναι κακοήθης.
Πηγές
Άνθιµος Ι. Χριστοφορίδης, “Επίτοµη Ακτινολογία”
.Thomas Stavros, Breast Ultrasound Lippincott Williams and Wilkins.
