“Όταν ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος φοράει την μάσκα μια πεταλούδας…”

Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) είναι χρόνιο, υποτροπιάζον, πολυσυστηματικό αυτοάνοσο νόσημα.

Γενικά, όπως και με τις υπόλοιπες αυτοάνοσες παθήσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα κύτταρα και τους ιστούς του σώματος προκαλώντας φλεγμονή και ιστολογική βλάβη.

Ο ΣΕΛ μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά περισσότερο συχνά προκαλεί βλάβες στη καρδιά, στις αρθρώσεις, στο δέρμα, στους πνεύμονες, στις φλέβες, στο ήπαρ, στα νεφρά και στο νευρικό σύστημα. Η πορεία της πάθησης είναι απρόβλεπτη.

Ειδικά, δεν γνωρίζουμε τα αίτια που προκαλούν τον λύκο. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι ορισμένα άτομα κληρονομούν την τάση να αποκτήσουν λύκο.

Το συμπέρασμα αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι μερικές νέες περιπτώσεις λύκου μπορούν να είναι πιο κοινές σε μια οικογένεια, της οποίας ένα μέλος ήδη έχει την πάθηση. Πάντως δεν υπάρχουν αποδείξεις για το ότι ο λύκος μεταδίδεται απ' ευθείας, για παράδειγμα από την μητέρα στην κόρη.

Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι ίσως ένας ιός μπορεί να πυροδοτήσει την ανάπτυξη του λύκου και την εμφάνιση των συμπτωμάτων της πάθησης σε άτομα που έχουν γενετική προδιάθεση.

Ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για άλλες παθήσεις, όπως υψηλή αρτηριακή πίεση αίματος, ορισμένα καρδιακά προβλήματα, επιληψία και ψυχιατρικά προβλήματα όπως οξεία κατάθλιψη, μπορούν να προκαλέσουν πολλά από τα συμπτώματα και τις παθολογικές εξετάσεις αίματος του λύκου. 
Αυτά τα συμπτώματα σχεδόν πάντα εξαφανίζονται με την διακοπή του υπεύθυνου φαρμάκου.

Ποιοι παθαίνουν Λύκο;

Ο λύκος προσβάλει τις γυναίκες σχεδόν 8 με 10 φορές συχνότερα απ' ότι τους άντρες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα πρωτοεμφανίζονται σε γυναίκες τις αναπαραγωγικής ηλικίας (συνήθως 18-45 χρονών).

Πάντως ο λύκος μπορεί να εμφανιστεί και σε μικρά παιδιά ή μεγαλύτερα άτομα. Εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα τις μαύρης φυλής και σε ομάδες Ασιατών, Βόρειων Αμερικανών, Ινδιάνων, απ' ότι σε άτομα τις λευκής φυλής.

Συμπτώματα

-Πόνοι στις αρθρώσεις
-Πυρετός
-Δερματικά εξανθήματα
-Εύκολη κόπωση

Όσον αφορά το δέρμα, παρατηρούνται ερυθροιώδες κηλίδες με μικρή πιτυρώδη απολέπιση. Ένα φαινόμενο παροδικό, που εμφανίζεται στο πρόσωπο με μορφές πεταλούδας, στη ράχη χειρών και δακτύλων, στο λαιμό και στο θώρακα.

Κατά τη διάρκεια της νόσου είναι δυνατή η εμφάνιση πομφών, πομφόλυγων, ευρυαγγείες, αλωπεκία, ελκώσεις και πολύμορφο ερύθημα .

Στους βλεννογόνους, το εξάνθημα είναι πορφυρικό ή αποτελείται από αιμορραγικές φυσαλίδες και μικρές επώδυνες διαβρώσεις το οποίο εμφανίζεται κυρίως στους βλεννογόνους της στοματικής κοιλότητας και στα γεννητικά όργανα.

Όμως ο ΣΕΛ έχει και άλλες σοβαρές επιπλοκές όπως τη προσβολή των αρθρώσεων και τη προσβολή της καρδιάς η οποία εκδηλώνεται με μυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα ή αμικροβιακή βαλβική ενδοκαρδίτιδα.

Ακόμα προκαλεί φλεγμονή στους νεφρούς που μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια ή νεφρωσικό σύνδρομο .

Οι λεμφαδένες είναι διογκωμένοι στο 50% των περιπτώσεων σε αντίθεση με το ήπαρ και το σπλήνα.

Είναι δυνατό να προσβληθεί το γαστρεντερικό σύστημα, το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), το περιφερικό νευρικό σύστημα (ΠΝΣ) καθώς και το αναπνευστικό σύστημα.

Χαρακτηριστικό είναι η ινιδοειδή εκφύλιση του κολλαγόνου στο χόριο και στα αγγεία του δέρματος, στο δίκτυο του συνδετικού ιστού, της υποδερμίδας και συχνότερα στα σπλάχνα. Αρχικά, εκφυλίζεται η βασική ουσία και στη συνέχεια οι κολλαγόνες ίνες, ενώ σε προχωρημένο στάδιο πραγματοποιείται ομογενοποίηση των ινών με τη βασική ουσία.

Τέλος, παρατηρείται κενοτοπιώδης εκφύλιση των κυττάρων που βρίσκονται στη βασική στιβάδα της επιδερμίδας, οίδημα των θηλών του χορίου, φλεγμονώδης διήθηση του χορίου και εστιακή βλεννώδης εκφύλιση του υποδόριου λίπους με λεμφοκυτταρική αντιδραστική διήθηση.

Συχνά τα άτομα με λύκο παρουσιάζουν κατάθλιψη ή ανικανότητα συγκέντρωσης. Μπορούν να εκδηλώσουν απότομες αλλαγές στη διάθεσή τους ή ασυνήθιστη συμπεριφορά. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να οφείλονται στην ίδια την ασθένεια ή να αποτελούν αντίδραση στις αλλαγές που προκαλούνται από την ασθένεια στην εμφάνιση και την ενεργητικότητα. Ένα μικρό ποσοστό ατόμων μπορεί να παρουσιάσουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα νευρολογικά και ψυχολογικά (π.χ. σπασμοί όμοιοι με της επιληψίας) που σπάνια επιμένουν.

Διάγνωση

Η διάγνωση της νόσου πραγματοποιείται με ιστοπαθολογικές ή ιστοανοσολογικές εξετάσεις αλλά και με εργαστηριακά ευρήματα.

Σε περίπτωση που υπάρχει μόνο εξάνθημα, η νόσος πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από άλλες νόσους ή παθήσεις.

Σε περίπτωση απουσίας των δερματικών εκδηλώσεων θα πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση από άλλες οργανικές παθήσεις με την αντίστοιχη συμπτωματολογία .

Εργαστηριακά ευρήματα

Τα εργαστηριακά ευρήματα για την διάγνωση και την παρακολούθηση του συστηματικού ερυθηματώδη λύκου είναι:

•αύξηση ταχύτητας καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ)
•αναιμία
•λευκοπενία
•θρομβοκυτταροπενία
•αυξημένος ρευματοειδής παράγοντας (RF)
•διαταραχές των πρωτεϊνών του ορού, αντιπυρηνικά αντισώματα (ANA)
•παρουσία κυττάρων ερυθηματώδους λύκου (Le).
Τα κύτταρα του συστηματικού ερυθηματώδη λύκου (Le) είναι πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα που περιέχουν στο πρωτόπλασμα τους ομοιογενή στρογγυλή μάζα χωρίς δίκτυο χρωματίνης και ανευρίσκονται στο περιφερικό αίμα και σε επίχρισμα μυελού από στερνική παρακέντηση.

Τέλος, για τη νόσο του συστηματικού ερυθηματώδη λύκου χορηγείται αγωγή η οποία αποσκοπεί στη πρόληψη των επιπλοκών αλλά και στη υποχώρηση των συμπτωμάτων.

Ο Συστηματικος Ερυθηματώδη Λύκος, δεν είναι ο λύκος από το γνωστό μας παραμύθι.

Είναι μια πραγματικότητα στην καθημερινή ζωή πολλών ανθρώπων και είναι ανάγκη να τον αντιμετωπίσουμε, στο μέτρου του δυνατού, με την βοήθεια του γιατρού μας.

Βιβλιογραφία
1.Κουσκούνης Κ, Καρπούζης Α. Δερματολογία & Αφροδισιολογία. Ιατρικές εκδόσεις Π.Χ Πασχαλίδης 2006. Αθήνα, ISBN 960-399-398-0.
2. Παυλάτου Μ. Ανοσολογία. Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας 1997. Αθήνα, ISBN 960-7081-97-8.
http://www.tosomasoumilaei.gr/%CE%A3%CE%A5%CE%A3%CE%A4%CE%9